Γεια χαρά, στεριά κι αντίο, μαστέλο.
Γλίστρησε η ψυχή μας από κάτου,
έχει και στη κόλαση μπορντέλο.
Τι μπορεί να πει κανείς για τον Καββαδία παραπάνω από όσα έχουν ειπωθεί τα τελευταία χρόνια ?
Μια παρατήρηση μόνο. Εγινε πολύ γνωστός μετά το θάνατό του. Δεν πρόλαβε να ζήσει την καταξίωση που κέρδισε το έργο του. Κυρίως από τη μελοποίηση των ποιημάτων του που τραγουδάμε τόσα χρόνια. Τόχε παράπονο που ο Μίκης ειδικά δε μελοποίησε κανένα, γιατί ασχολιόταν τότε μόνο με τα αγωνιστικά. Αλλά και η ζωή του δεν ήταν εύκολη. Δε μπορούσε ν΄αντιμετωπίσει τη ζωή έξω απ΄τη θάλασσα, λένε όσοι τον γνώρισαν. Η στεριά του προκαλούσε φοβερό άγχος. Με τις γυναίκες δείλιαζε, ήτανε και λίγο κοντός κι αυτό τον έκανε να δειλιάζει περισσότερο. Ετσι κατέφευγε στον πληρωμένο έρωτα, στη σιγουριά της αποδοχής. "Κόλια , γιατί δεν έγινες καπετάνιος εσύ" τον ρωτούσαν. "Κοντός καπετάνιος και βραδύγλωσσος δε γίνεται. Το μπόι μου θα κρυβόταν πίσω απ΄το τιμόνι". Δεν ξέρω πόση πίκρα κρύβεται σ΄αυτό το καλαμπούρι. Ισως να θεωρούσε ότι είχε γενικότερο πρόβλημα μεγέθους. Πόσο μεγάλος ήταν όσο ζούσε μάλλον δε το εισέπραξε ποτέ.
Το αίσθημα του ακρωτηριασμού και της αδυναμίας καθρεφτίζεται στο προσωπείο του γέροντα ναύτη απέναντι στον ήρωα
Γέροντας ναύτης με τα μούτρα πισσωμένα
βάρκα φορτώνει με την πιο φτηνή πραμάτεια.
Έχει τα χέρια από καιρό ψηλά κομμένα
Κι ήθελε τόσο να σου σφάλαγε τα μάτια.
Τα μάτια του Che Guevara ή του Corto Maltese...